Τετάρτη, 27 Οκτωβρίου 2010

Η ελπίδα δεν εξαφανίζεται

Οι διεθνείς προσπάθειες ανακόπτουν τη μείωση της βιοποικιλότητας στη Γη

Ιστορία επιτυχίας: ο κόνδορας της Καλιφόρνιας επέστρεψε από το χείλος της εξαφάνισης
Ιστορία επιτυχίας: ο κόνδορας της Καλιφόρνιας επέστρεψε από το χείλος της εξαφάνισης
Ουάσινγκτον
Το ένα πέμπτο όλων των σπονδυλωτών ζώων απειλείται σήμερα με εξαφάνιση, ωστόσο η κατάσταση θα ήταν αρκετά χειρότερη αν οι περιβαλλοντικές οργανώσεις και οι κυβερνήσεις κάθονταν με σταυρωμένα χέρια, δείχνει νέα, σημαντική μελέτη, της οποίας η δημοσίευση συμπίπτει με τη διάσκεψη του ΟΗΕ για τη βιοποικιλότητα.
Η έρευνα που δημοσιεύουν στο περιοδικό Science 170 ερευνητές σε όλο τον κόσμο κοίταξαν την κατάσταση των 25.000 ειδών που έχουν καταχωρηθεί ως σήμερα στη λεγόμενη Κόκκινη Λίστα της Διεθνούς Ένωση Διατήρησης της Φύσης (IUCN).
Η ανάλυση δεν κάλυψε όλες τις ομάδες οργανισμών στη Γη, αλλά περιορίστηκε στις βασικές ομάδες σπονδυλόζωων -θηλαστικά, πτηνά, αμφίβια και ψάρια.
Όπως αναφέρει το Reuters, η μελέτη αποκάλυψε ότι, κατά μέσο όρο, 50 είδη μετακινούνται κάθε χρόνο μια βαθμίδα της IUCN πιο κοντά στο χείλος της εξαφάνισης.
Παρά τη δραματική αυτή εικόνα, η μελέτη διαψεύδει η άποψη ότι ο άνθρωπος δεν κάνει ή δεν μπορεί να κάνει τίποτα για να αντιμετωπίσει το πρόβλημα: Οι ερευνητές καταγράφουν τις περιπτώσεις 64 ειδών των οποίων η κατάσταση βελτιώθηκε, συμπεριλαμβανομένων τριών ειδών που εξαφανίστηκαν από τη φύση αλλά εισήχθησαν εκ νέου στο φυσικό τους περιβάλλον: τον κόνδορα της Καλιφόρνια Gymnogyps californianus, το αμερικανικό κουνάβι Mustela nigripes και το άλογο της Μογγολίας Equus ferus przewalskii.
Χωρίς τις προσπάθειες οργανώσεων και κυβερνήσεων, εκτιμούν χονδρικά οι ερευνητές, ο ρυθμός απώλειας της βιοποικιλότητας θα ήταν έως και 20% υψηλότερος, αναφέρει το AFP.
Αρκετές προηγούμενες μελέτες έχουν δείξει ότι ο ρυθμός εξαφάνισης ειδών είναι σήμερα 100 με 1.000 φορές υψηλότερος από τον κανονικό και παίρνει διαστάσεις μαζικής εξάλειψης ειδών.
Ωστόσο, μια δεύτερη μελέτη που δημοσιεύεται στο ίδιο τεύχος του Science προειδοποιεί ότι τα σημερινά υπολογιστικά μοντέλα για την εκτίμηση των μελλοντικών απωλειών βιοποικιλότητας δεν είναι αξιόπιστα.
«Αυτή τη στιγμή δεν γνωρίζουμε αν θα χάσουμε το 1% της βιοποικιλότητας ή ανάμεσα σε 40% και 50% έως το 2050» επισημαίνει στο περιοδικό Nature ο Ενρίκε Περέιρα του Πανεπιστημίου της Λισαβόνας, επικεφαλής της μελέτης.
Η βιοποικιλότητα είναι το θέμα ακόμα 16 μελετών που δημοσιεύονται ταυτόχρονα σε ειδικό τεύχος του βρετανικού Philosophical Transaction of the Royal Society. H περίληψη επιβεβαιώνει τις προηγούμενες μελέτες: «Υπάρχουν πολύ ισχυρές ενδείξεις ότι ο σημερινός ρυθμός εξαφάνισης ειδών υπερβαίνει κατά πολύ ό,τι βλέπουμε στο αρχείο των απολιθωμάτων» γράφουν οι ερευνητές.
Επισημαίνουν ακόμα ότι η επιστήμη εξακολουθεί να αγνοεί ένα μεγάλο, ίσως το μεγαλύτερο, μέρος των ειδών που υπάρχουν στον πλανήτη.
Όλες αυτές οι μελέτες δημοσιεύονται λίγες ημέρες πριν λήξει στην Ιαπωνία η διάσκεψη για τη Σύμβαση του ΟΗΕ για τη Βιολογική Ποικιλότητα.
Αν τα σοβαρά εμπόδια τελικά ξεπεραστούν, η διάσκεψη της Ναγκόγια θα καθόριζε συγκεκριμένους στόχος για την προστασία των ενδιαιτημάτων και των ειδών σε όλο τον κόσμο. Όμως τα ανεπτυγμένα και τα αναπτυσσόμενα κράτη έχουν χωριστεί σε δύο στρατόπεδα και η αισιοδοξία είναι περιορισμένη.
Η διεθνής κοινότητα απέτυχε εξάλλου παταγωδώς σε έναν από τους λεγόμενους Αναπτυξιακούς Στόχους της Χιλιετίας του ΟΗΕ, ο οποίος προέβλεπε «σημαντική» μείωση του ρυθμού απώλειας βιοποικιλότητας έως το 2010.

Newsroom ΔΟΛ

Δευτέρα, 4 Οκτωβρίου 2010

Οι ωκεανοί της Γης περιέχουν 750.000 άγνωστα είδη

Σύμφωνα με τη μεγαλύτερη «απογραφή» θαλάσσιας ζωής.


Η μεγαλύτερη «απογραφή» της παγκόσμιας θαλάσσιας ζωής που έχει γίνει μέχρι σήμερα, τα αποτελέσματα της οποίας δημοσιεύονται επισήμως σήμερα στο Λονδίνο, επιβεβαίωσε ότι κάτω από την επιφάνεια των υδάτων κινείται ένας άγνωστος κόσμος, που στο μεγαλύτερο μέρος του παραμένει ανεξερεύνητος. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις των επιστημόνων, εκτός από τα περίπου 250.000 θαλάσσια είδη που είναι πια γνωστά, τουλάχιστον 750.000 θαλάσσια είδη δεν έχουν ανακαλυφθεί ακόμα. Για το ένα πέμπτο (20%) των ωκεανών συνεχίζουν να μην υπάρχουν ακόμα καθόλου στοιχεία, ενώ για πολλές άλλες θαλάσσιες περιοχές τα διαθέσιμα δεδομένα είναι από ελάχιστα έως ανεπαρκή.

Ειδικότερα όσον αφορά τα ψάρια, που αποτελούν ένα πολύ μικρό τμήμα των οργανισμών των θαλασσών, μέχρι σήμερα έχουν ανακαλυφθεί 16.764 είδη, ενώ περίπου άλλα 5.000 υπολογίζεται ότι υπάρχουν ακόμα. Δεν θα το περίμενε κανείς, αλλά η συντριπτική πλειονότητα των οργανισμών των ωκεανών είναι τα μικρόβια που αποτελούν το 90% του συνολικού βάρους της θαλάσσιας ζωής (ισοδυναμούν με το βάρος 35 ελεφάντων ανά ζωντανό άνθρωπο).

Οι ερευνητές εκτιμούν ότι, ανά γεωγραφική περιοχή, το ποσοστό των θαλάσσιων ειδών που ακόμα δεν έχουν ανακαλυφθεί, έχει ως εξής: Ευρώπη 10%, βάθη Μεσογείου Θάλασσας 75%, Ν.Αφρική 38%, Ανταρκτική 39 - 58%, Ιαπωνία 80%, Αυστραλία 80%. Είναι φανερό ότι η Μεσόγειος, παρά την εύκολη πρόσβασή της, παραμένει μια από τις πιο ανεξερεύνητες θάλασσες από πλευράς ζωής στους βυθούς της.

Η παγκόσμια Απογραφή Θαλάσσιας Ζωής, σύμφωνα με το Γαλλικό Πρακτορείο και τη βρετανική «Τέλεγκραφ», ανακάλυψε συνολικά περισσότερα από 6.000 νέα είδη. Η μελέτη, που κράτησε δέκα χρόνια, κόστισε 470 εκατ. ευρώ και απασχόλησε περισσότερους από 2.700 επιστήμονες, οι οποίοι έκαναν περισσότερες από 540 αποστολές και πέρασαν γύρω στις 9.000 μέρες στις θάλασσες του πλανήτη μας. Προέκυψε έτσι μια καλύτερη εικόνα -αν και σε καμία περίπτωση πλήρης- για τη βιοποικιλότητα των ωκεανών και θαλασσών, η οποία θα αποτελέσει σημείο αναφοράς για τις μελλοντικές θαλάσσιες έρευνες στον 21ό αιώνα.

Η απογραφή ανέδειξε τη σημασία της θάλασσας. «Όλη η επιφανειακή ζωή εξαρτάται από τη ζωή στους ωκεανούς. Η θαλάσσια ζωή παρέχει το μισό από το οξυγόνο μας και ένα μεγάλο μέρος της τροφής μας, ενώ ρυθμίζει και το κλίμα. Είμαστε όλοι πολίτες της θάλασσας», δήλωσε ο συντονιστής της Απογραφής Αυστραλός επιστήμων Ίαν Πόινερ, προσθέτοντας ότι «πολλά όμως μένουν ακόμα άγνωστα».

Το γενικό συμπέρασμα της απογραφής είναι ότι ο θαλάσσιος κόσμος μεταβάλλεται διαρκώς, είναι πιο πλούσιος από ό,τι αναμενόταν, πιο διασυνδεδεμένος μεταξύ του, πιο ευάλωτος στις ανθρώπινες δραστηριότητες και πολύ λιγότερο εξερευνημένος από ό,τι θεωρείτο.

www.kathimerini.gr με πληροφορίες από ΑΠΕ-ΜΠΕ

Κυριακή, 3 Οκτωβρίου 2010

«Βρέθηκε» ο παππούς του Τουταγχαμών

Τμήμα αγάλματος του φαραώ Αμενχοτέπ Γ' εντόπισαν Αιγύπτιοι αρχαιολόγοι


Το άγαλμα, από κόκκινο γρανίτη, θα πρέπει να έφτανε συνολικά τα 3 μέτρα
Το άγαλμα, από κόκκινο γρανίτη, θα πρέπει να έφτανε συνολικά τα 3 μέτρα (Φωτογραφία: Reuters )
Τμήμα ενός αγάλματος, ηλικίας άνω των 3.000 ετών, που ανήκε στο φαραώ Αμενχοτέπ Γ', τον παππού του Τουταγχαμών, έφεραν στο φως Αιγύπτιοι αρχαιολόγοι, όπως ανακοίνωσε ο γενικός γραμματέας του Ανωτάτου Συμβουλίου Αρχαιοτήτων, Ζάχι Χαουάς.
Σύμφωνα με τον Ζ.Χαουάς, το άγαλμα βρέθηκε κοντά στη βόρεια είσοδο του ναού του Αμενχοτέπ Γ' και παρουσιάζει το βασιλιά καθισμένο στο θρόνο του μαζί με τον Άμμωνα, έναν από τους σημαντικότερους θεούς της αιγυπτιακής μυθολογίας.
Το τμήμα αυτό του αγάλματος έχει ύψος 1,3 μέτρα και πλάτος 95 εκατοστά. Όπως είπε ο Ζ.Χαουάς είναι «φανταστικό» αφού διακρίνονται πολύ καθαρά όλες οι λεπτομέρειες του προσώπου του φαραώ.
Πρόκειται για το επάνω μισό τμήμα ενός αγάλματος από κόκκινο γρανίτη που οι αρχαιολόγοι πιστεύουν ότι το μέγεθός του θα πρέπει να έφτανε συνολικά τα 3 μέτρα. Τα τελευταία χρόνια έχουν βρεθεί πολλά αγάλματα από κόκκινο γρανίτη στον ταφικό ναό του Αμενχοτέπ Γ' στο Κομ αλ-Χιτάν, στη δυτική όχθη του Λούξορ, στη νότια Αίγυπτο.
Ο Αμενχοτέπ Γ' βασίλεψε στην Αίγυπτο μεταξύ 1390-1352 π.Χ. και θεωρείται παππούς του Τουταγχαμών, με βάση τις αναλύσεις DNA που έγιναν στη μούμια του νεαρού φαραώ και σε άλλες μούμιες μελών της οικογένειάς του.

Newsroom ΔΟΛ, με πληροφορίες από ΑΠΕ/Γαλλικό